Η εποχή των walkmans

Η εποχή των walkmans Photo credits

Πριν το skip, πριν το shuffle, υπήρχε το rewind και η αλλαγή πλευράς στην κασέτα

Αν κλείσεις λίγο τα μάτια, το θυμάσαι.

Το κλικ της κασέτας που μπαίνει στη θέση της. Το play. Τον μικρό συρτό θόρυβο πριν αρχίσει το τραγούδι. Και ξαφνικά, ο κόσμος χαμήλωνε ένταση.

Η εποχή του Walkman ήταν αλλιώς. Όχι επειδή ο ήχος ήταν καλύτερος -δεν ήταν. Αλλά επειδή η εμπειρία ήταν πιο αθώα. Πιο προσωπική. Είχες μουσική μόνο όταν το ήθελες πραγματικά. Δεν υπήρχε shuffle, δεν υπήρχε skip χωρίς συνέπειες δεν υπήρχε «βάζω κάτι στο background». Έβαζες κασέτα και έφευγες.

Διάβαζες για το σχολείο με Walkman.

Όχι γιατί σε βοηθούσε να συγκεντρωθείς -το αντίθετο. Αλλά γιατί ένιωθες ότι το βιβλίο (ακόμα και τα αρχαία) και η μουσική συνωμοτούσαν μεταξύ τους. Οι λέξεις ντύνονταν με ρυθμό και οι σελίδες έμοιαζαν να αναπνέουν στον ίδιο χρόνο με τα ακουστικά. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε βαρετές παραγράφους και ρεφρέν, έχανες τον χρόνο. Όχι από διάσπαση. Από βύθισμα.

Στις εκδρομές, το Walkman ήταν σωτήριο.

Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, με τον ήλιο να σου καίει το δέρμα και τον αέρα, από το ανοιχτό παράθυρο, να σου παίρνει τα μαλλιά, οι βαρετές διαδρομές γίνονταν soundtrack, με τη μουσική να αγκαλιάζει τις σκέψεις σου. Οι μεγάλοι μιλούσαν μπροστά για τα μεγαλίστικά τους, ο δρόμος τραβούσε ατελείωτα κι εσύ είχες το κεφάλι σου κολλημένο στο τζάμι, να παίζει μουσική και να φτιάχνεις σενάρια. Ήσουν αλλού και αυτό ήταν αρκετό.

Το Walkman ήταν και απομόνωση. Με την καλή έννοια.

Alone time πριν γίνει τάση. Έβαζες ακουστικά για να μη μιλήσεις, για να μη σε ρωτήσουν, για να μη χρειαστεί να εξηγήσεις. Όχι επειδή δεν αγαπούσες τους γύρω σου, αλλά επειδή χρειαζόσουν λίγο χώρο να υπάρξεις μόνος. Η μουσική ήταν καταφύγιο για να καταφέρεις να συγκροτήσεις τις σκέψεις σου.

Και ναι, υπήρχε και το νανούρισμα.

Η κασέτα που έπαιζε χαμηλά πριν τον ύπνο. To auto-reverse που σου έσωζε τη ζωή. Αποκοιμιόσουν με τη μουσική να ηρεμεύει τον εγκέφαλό σου και το πρωί ξυπνούσες με το αποτύπωμα των ακουστικών στο μάγουλο.

Και ήταν και οι ανταλλαγές.

Οι κασέτες που έγραφες για φίλους. Με το χέρι. Με λίστες που είχαν σειρά και νόημα. Το A-side και το B-side δεν ήταν τυχαία. Υπήρχε στρατηγική και υπήρχε δραματουργία. Και μετά ερχόταν η αντιπαράθεση: ποιος έφτιαξε την καλύτερη κασέτα. Όχι με likes. Με επιχειρήματα.

Και το πιο σημαντικό: έδινες σε κάποιον χρόνο. Για να ακούσει. Για να γυρίσει την κασέτα. Δεν υπήρχε βιασύνη. Δεν υπήρχαν άπειρες επιλογές. Υπήρχε μόνο αυτό που είχες διαλέξει.

Το Walkman δεν ήταν gadget. Ήταν τελετουργία. Ακουστικά, play και φύγαμε.

Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη sepia ανάμνηση, καταλαβαίνεις κάτι απλό: δεν μας λείπει η συσκευή.

Μας λείπει η εποχή που η μουσική ήθελε λίγο κόπο για να σε μαγέψει – και γι’ αυτό το έκανε καλύτερα.