Δεν φταίνε οι μπάντες. Φταίει που μεγαλώσαμε.
Photo credits
Μια ειλικρινής κουβέντα για τη μουσική που κάποτε μας όριζε
Υπάρχουν μπάντες που κάποτε ήταν σχεδόν θρησκεία. Τις άκουγες και κάτι μέσα σου σκιρτούσε. Δεν ήταν απλώς μουσική· ήταν ταυτότητα, στάση ζωής, τρόπος να καταλάβεις ποιος είσαι και με ποιους θες να μοιάσεις. Ήταν το soundtrack μιας ηλικίας που όλα ήταν πιο απόλυτα, πιο φλογερά, πιο έντονα.
Και μετά περνούν τα χρόνια. Δεν προκύπτει κάποιο μεγάλο ρήγμα. Δεν συμβαίνει κάτι δραματικό. Απλώς, κάποια στιγμή, βάζεις να τις ακούσεις και… δεν είναι το ίδιο.
Και κάπου εκεί, ίσως έρχεται μια ενοχή.
- Μήπως πρόδωσα κάτι;
- Μήπως έγινα «από αυτούς»;
- Μήπως απλώς μεγάλωσα;
Η απάντηση, όσο κι αν δεν μας αρέσει, είναι συνήθως η τελευταία. Δεν φταίνε απαραίτητα οι μπάντες. Φταίει που εμείς αλλάξαμε. Κι αυτό δεν είναι ούτε αχαριστία, ούτε έλλειψη σεβασμού. Είναι απλά… ζωή.
Κάποιες από αυτές τις μπάντες υπήρξαν καθοριστικές. Σε έμαθαν να ακούς αλλιώς, να νιώθεις αλλιώς, να καταλαβαίνεις τον θυμό, την ένταση, την ανάγκη για κάτι πιο ωμό. Υπήρξαν δίσκοι που σε έκαναν να ανακαλύψεις τι σημαίνει πραγματικό πάθος για την μουσική. Σήμερα όμως, για πολλούς από εμάς, αυτές οι μπάντες δεν αποτελούν πια ανάγκη ακρόασης. Είναι περισσότερο ιδέα. Μνήμη. Κληρονομιά. Δεν είναι ότι έγιναν κακές. Είναι ότι άλλαξε η σχέση.
- Από πάθος έγινε σεβασμός.
- Από ανάγκη «πρέπει».
- Κι όταν κάτι γίνεται υποχρέωση, χάνει κάτι από την μαγεία του.
Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις. Μπάντες που δεν άλλαξαν ιδιαίτερα. Που έμειναν πιστές στο μεγαλείο, στην πόζα, στο έπος, στην ίδια σοβαρότητα. Κάποτε αυτό ήταν λόγος για να τις αγαπήσεις. Σήμερα όμως, σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αυτή η ακινησία μοιάζει περισσότερο με αναπαράσταση παρά με ζωντανή έκφραση. Δεν τις ακυρώνεις. Απλά συνειδητοποιείς ότι αυτό το είδος μεγαλείου δεν σου μιλά πλέον με τον ίδιο τρόπο. Όχι γιατί είναι λάθος. Αλλά γιατί εσύ έχεις μάθει να ακούς αλλιώς.
Και μετά υπάρχουν μπάντες-φαινόμενο. Εκείνες που ξεπέρασαν τη μουσική και έγιναν μύθος, εικόνα, brand, πολιτισμικό αποτύπωμα. Κάποτε σε συγκινούσαν βαθιά. Σήμερα, οι περισσότεροι δεν τις ακούν πραγματικά. Τις αναγνωρίζουν. Τις σέβονται. Τις θυμούνται. Η σχέση δεν είναι πια ακουστική. Είναι συμβολική. Και αυτό δεν είναι κακό. Απλώς δείχνει ξεκάθαρα τη διαφορά ανάμεσα στο «με άγγιξε» και στο «ήταν σημαντικό».
Το κοινό σημείο σε όλα αυτά δεν είναι η πτώση της ποιότητας. Είναι η αλλαγή του ακροατή. Όσο μεγαλώνεις, αλλάζει το αυτί σου. Όχι απαραίτητα προς το πιο «ήπιο» ή το πιο «δύσκολο». Αλλά προς το πιο ουσιαστικό. Δεν ψάχνεις πια την ένταση για την ένταση. Ψάχνεις κάτι να σου πει. Κι όταν η μουσική δεν το κάνει πια, δεν σημαίνει ότι απέτυχε. Σημαίνει ότι έκανε τον κύκλο της στη δική σου ζωή.
Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι καμιά φορά μπερδεύουμε την ευγνωμοσύνη με την υποχρέωση. Όταν νομίζουμε ότι πρέπει να ακούμε για πάντα κάτι μόνο και μόνο επειδή κάποτε μας καθόρισε. Δεν ισχύει. Κάποιες μπάντες είναι για να σου ανοίξουν πόρτες. Όχι για να μείνουν για πάντα μέσα στο σπίτι σου.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ώριμο στάδιο της μουσικής αγάπης. Να μπορείς να πεις «σας ευχαριστώ για αυτό που ήσασταν για εμένα», χωρίς να χρειάζεται να προσποιείσαι ότι είστε ακόμα οι ίδιοι. Γιατί δεν είστε. Ούτε αυτοί, ούτε εσύ.
Και αυτό τελικά δεν είναι απομάκρυνση.
Είναι εξέλιξη.